Appreciation (Ανατίμηση): Ένα νόμισμα ανατιμείται όταν ενισχύεται η τιμή του.
Ask Rate (Τιμή Ζήτησης): Γνωστή και ως προσφορά, είναι η τιμή στην οποία, όσοι δεν είναι οι ίδιοι διαμορφωτές αγοράς, θα μπορούν να αγοράσουν ένα νόμισμα.
Asset Allocation (Επιμερισμός Κεφαλαίων): Επενδυτική πρακτική, σύμφωνα με την οποία οι επενδύσεις κατανέμονται σε διάφορες αγορές προκειμένου να επιτευχθεί διασπορά του κινδύνου και των ρίσκων.
Balance of Trade (Εμπορικό Ισοζύγιο): Η αξία των εξαγωγών μίας χώρας μείον την αξία των εισαγωγών της.
Base Currency (Νόμισμα Βάσης): Το νόμισμα που είναι το βασικό στις διαπραγματεύσεις αγοραπωλησίας ή αλλιώς το νόμισμα που είναι πρώτο σε κάθε ισοτιμία νομισμάτων. Για παράδειγμα, το νόμισμα βάσης στην ισοτιμία EUR/USD είναι το ευρώ, ενώ το δολάριο είναι νόμισμα βάσης στην ισοτιμία USD/JPY.
Bear Market (Πτωτική Αγορά): Αγορά που χαρακτηρίζεται από πτώση των τιμών.
Bid Rate (Τιμή Προσφοράς): Η τιμή στην οποία οι χρηματιστές FOREX μπορούν να πωλούν ένα νόμισμα.
Bid/Offer (Ask) Spread (Άνοιγμα): Η διαφορά μεταξύ της τιμής προσφοράς (bid price) και της τιμής ζήτησης (ask price).
Broker: Ιδιώτης ή επιχείρηση που λειτουργεί ως ενδιάμεσος και χειρίζεται τις εντολές των πελατών του για αγορά ή πώληση νομισμάτων. Μερικοί χρηματομεσίτες χρεώνουν προμήθεια για τις υπηρεσίες τους.
Bull Market (Ανοδική Αγορά): Μία αγορά που χαρακτηρίζεται από άνοδο των τιμών.
Cable: Αργκό για την ισοτιμία στερλίνας/δολαρίου ΗΠΑ.
Central Bank (Κεντρική Τράπεζα): Ένας κυβερνητικός ή υπό τυπική κυβερνητική εποπτεία οργανισμός, ο οποίος διαχειρίζεται τη νομισματική πολιτική της χώρας. Ένα παράδειγμα είναι η Federal Reserve, η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ.
Commission (Προμήθεια): Χρέωση συναλλαγών που χρεώνεται από χρηματομεσίτες.
Cross Rate (Σταυρωτή Συναλλαγματική Ισοτιμία): Μια ισοτιμία μεταξύ δύο νομισμάτων, στα οποία δεν περιλαμβάνεται το δολάριο, όπως για παράδειγμα η EURJPY.
Currency (Νόμισμα): Οποιοδήποτε είδος χρηματικής μονάδας εκδίδεται από μια κυβέρνηση ή μια κεντρική τράπεζα και αποτελεί νόμιμο μέσο πληρωμής βασιζόμενο στην πίστη.
Currency Risk (Συναλλαγματικός Κίνδυνος): Η πιθανότητα μιας δυσμενούς μεταβολής των ισοτιμιών.
Day Trading (Συναλλαγές Ημέρας): Αναφέρεται σε θέσεις που έχουν ανοιχθεί και κλειστεί την ίδια ημέρα.
Deficit (Έλλειμμα): Ο αρνητικός ισολογισμός του ισοζυγίου πληρωμών ή του εμπορικού ισοζυγίου.
Economic Indicator (Οικονομικός Δείκτης): Μια στατιστική των κυβερνήσεων που δείχνει την τωρινή οικονομική ανάπτυξη και σταθερότητα. Γνωστοί οικονομικοί δείκτες είναι οι δείκτες ανεργίας, το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν, ο Δείκτης Τιμών Καταναλωτή και οι λιανικές πωλήσεις.
European Central Bank (ECB) (Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα - ΕΚΤ): Η κεντρική τράπεζα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Federal Reserve (Fed) (Αμερικανική Ομοσπονδιακή Τράπεζα): Η Κεντρική Τράπεζα των ΗΠΑ.
Foreign Exchange/ Forex ή FX market (Αγορά Forex): Η αγορά όπου τα νομίσματα αγοράζονται και πωλούνται το ένα έναντι του άλλου.
Fundamental analysis (Θεμελιώδης Ανάλυση): Η ανάλυση οικονομικών και πολιτικών δεδομένων προκειμένου να επιτευχθεί πρόβλεψη των μελλοντικών κινήσεων σε μια χρηματοοικονομική αγορά.
Futures Contract (Συμβόλαια Μελλοντικής Εκπλήρωσης [ΣΜΕ]): Η υποχρέωση να προβούμε σε αγορά ή πώληση ενός αγαθού ή εγγράφου σε προκαθορισμένη τιμή στο μέλλον. Η κύρια διαφορά μεταξύ ενός ΣΜΕ και μιας προθεσμιακής πράξης συναλλάγματος είναι ότι τα ΣΜΕ διαπραγματεύονται σε κάποιο χρηματιστήριο ή επίσημο ανταλλακτήριο και έχουν προκαθορισμένη ημερομηνία εκπλήρωσης, ενώ οι προθεσμιακές πράξεις συναλλάγματος αποτελούν συμβόλαια, διαπραγματευμένα εξωχρηματιστηριακά και η ημερομηνία εκπλήρωσής τους μπορεί να καθοριστεί και αυτή μετά από διαπραγματεύσεις.
Hedge (Αντιστάθμιση Κινδύνων): Μία θέση ή ένας συνδυασμός θέσεων που μειώνει τον κίνδυνο της βασικής θέσης του χρηματιστή.
Inflation (Πληθωρισμός): Οικονομική κατάσταση κατά την οποία οι τιμές των καταναλωτικών προϊόντων ανεβαίνουν, κατατρώγοντας την αγοραστική δύναμη.
Limit order (Εντολή Αγοραπωλησίας σε Συγκεκριμένη Τιμή): Η εντολή για αγορά σε μια συγκεκριμένη τιμή ή χαμηλότερα ή η εντολή για πώληση σε μια συγκεκριμένη τιμή ή υψηλότερα.
Liquidity (Ρευστότητα): Η ικανότητα μιας αγοράς να αντέχει ευρείες συναλλαγές χωρίς να επηρεάζεται έντονα η σταθερότητα των τιμών.
Long position (Θέση Aγοράς): Μια θέση στην αγορά όπου ο πελάτης έχει αγοράσει ένα νόμισμα το οποίο δεν διέθετε πριν. Εκφράζεται συνήθως με όρους νομίσματος βάσης.
Margin (Περιθώριο): Το απαιτούμενο κεφάλαιο που πρέπει να καταθέσει ένας επενδυτής ως πρόσθετη εγγύηση για τη θέση του.
Margin call (Κλήση Περιθωρίου): Ειδοποίηση από κάποιο χρηματιστηριακό μεσάζοντα για επιπρόσθετη χρηματική κατάθεση προκειμένου να αντιμετωπιστεί η πίεση που ασκείται σε κάποια θέση του πελάτη. Εναλλακτικά ο πελάτης μπορεί να επιλέξει να κλείσει μία ή περισσότερες θέσεις του που απειλούνται.
Market Maker (Διαμορφωτής Αγοράς): Ένας επενδυτής που διαμορφώνει τιμές και είναι έτοιμος να αγοράσει ή να πουλήσει στις παραπάνω τιμές.
Offer (Προσφορά): Η τιμή στην οποία προτίθεται να πουλήσει ένας χρηματιστής ή επενδυτής.
Open position (Ανοικτή Θέση): Μια συμφωνία αγοραπωλησίας (θέση), η οποία δεν έχει τακτοποιηθεί ακόμα με πληρωμή, ούτε έχει αναστραφεί από μια ισότιμη και αντίθετη συμφωνία ίδιας αξίας.
Over the Counter (OTC) (Εξωχρηματιστηριακός): Έτσι ονομάζονται όλες οι συναλλαγές που δεν γίνονται εντός κάποιου ρυθμιζόμενου ανταλλακτηρίου.
Pips: Όρος που χρησιμοποιείται στην αγορά συναλλάγματος για να περιγράψει την ελάχιστη δυνατή αυξητική μεταβολή της τιμής ενός νομίσματος. Η αξία του pip εξαρτάται από την ισοτιμία νομισμάτων. Στις ισοτιμίες EUR/USD, GBP/USD και USD/CHF για παράδειγμα 1 pip = 0,0001. Στην USD/JPY 1 pip = 0,01.
Resistance level (Σημείο Αντίστασης): Ένα επίπεδο τιμών στο οποίο κάποιος θα περίμενε να αρχίσουν οι πωλήσεις.
Short Position (Θέση): Μια επενδυτική θέση που ευνοείται από την πτώση της τιμής.
Spot Price (Τρέχουσα Τιμή): Η τωρινή τιμή στην αγορά. Η τακτοποίηση και η ολοκλήρωση των συναλλαγών τοις μετρητοίς γίνεται συνήθως εντός δύο εργάσιμων ημερών.
Spread (Άνοιγμα): Η διαφορά μεταξύ της τιμής προσφοράς και της τιμής ζήτησης.
Stop order (Εντολή διακοπής): Η τρέχουσα τιμή αγοράς. Η ολοκλήρωση των συναλλαγών γίνεται συνήθως εντός δύο εργάσιμων ημερών.
Stop loss (Εντολή Ελαχιστοποίησης Ζημίας): Εντολή κλεισίματος μιας θέσης όταν επιτευχθεί μια συγκεκριμένη τιμή προς ελαχιστοποίηση της ζημίας.
Support Level (Σημείο Στήριξης): Ένα επίπεδο τιμών στο οποίο κάποιος θα περίμενε να αρχίσουν οι αγορές.
Take profit (Αποκομιδή Κερδών): Η εντολή κλεισίματος μίας θέσης όταν επιτευχθεί μία συγκεκριμένη τιμή προκειμένου να εξασφαλιστεί το κέρδος.
Technical Analysis (Τεχνική Ανάλυση): Μια προσπάθεια να προβλεφθεί η μελλοντική δραστηριότητα της αγοράς, αναλύοντας δεδομένα των αγορών με τη βοήθεια διαγραμμάτων, τάσεων των τιμών και του όγκου των συναλλαγών.